χαλάζιον

χαλάζιον
το мед. халазий; ячмень (на глазуразг )

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "χαλάζιον" в других словарях:

  • χαλάζιον — trichinosis neut nom/voc/acc sg χαλάζιος full of knots masc/fem acc sg χαλάζιος full of knots neut nom/voc/acc sg χαλαζάω hail imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic) χαλαζάω hail imperf ind act 1st sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλάζιον — τὸ, Μ βλ. χαλάζι …   Dictionary of Greek

  • χαλαζίοις — χαλάζιον trichinosis neut dat pl χαλάζιος full of knots masc/fem/neut dat pl χαλαζάω hail pres opt act 2nd sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλαζίου — χαλάζιον trichinosis neut gen sg χαλάζιος full of knots masc/fem/neut gen sg χαλαζίας masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλαζίων — χαλάζιον trichinosis neut gen pl χαλάζιος full of knots masc/fem/neut gen pl χαλαζάω hail pres part act masc nom sg (epic doric ionic) χαλαζιάω suffer from imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) χαλαζιάω suffer from imperf ind act 1st sg (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλαζίῳ — χαλάζιον trichinosis neut dat sg χαλάζιος full of knots masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλάζια — χαλάζιον trichinosis neut nom/voc/acc pl χαλάζιος full of knots neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Халязион — на верхнем веке МКБ 10 …   Википедия

  • χαλάζι — Ατμοσφαιρικό κατακρήμνισμα που αποτελείται από κόκκους πάγου, συνήθως σφαιροειδείς, με διάμετρο που ποικίλλει από μερικά χιλιοστά έως μερικά εκατοστά του μέτρου. Παρατηρείται συνήθως κατά τη διάρκεια καταιγίδων και καμιά φορά συνοδεύεται από… …   Dictionary of Greek

  • χαλάζιο — το / χαλάζιον, ΝΑ [χάλαζα] ιατρ. όγκος μικρού μεγέθους που μοιάζει με κόκκο και αναπτύσσεται στα βλέφαρα, εσωτερικό κριθαράκι …   Dictionary of Greek

  • χαλαζιώ — άω, Α υποφέρω από χαλάζιο τών βλεφάρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < χαλάζιον «πάθηση τών βλεφάρων» + κατάλ. ιῶ δηλωτική ασθένειας (πρβλ. ἀρρωστ ιῶ)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»